
Εικονογράφηση: Ουρανία Μακρυγιάννη
Επιμέλεια: Χρυσούλα Τσιρούκη
Εκδόσεις Ψυχογιός
(Αθήνα, Ιανουάριος 2025)
Στη Βραχεία Λίστα των βραβείων του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βραβείο «Φανή Αποστολίδου» σε συγγραφέα εφηβικού βιβλίου για εφήβους και νέους/ες (για Γυμνάσιο και Λύκειο).
Στη Μικρή Λίστα των λογοτεχνικών βραβείων του Αναγνώστη στην κατηγορία Λογοτεχνικό Βραβείο για Εφήβους.
Στο Top10 των Βραβείων Κοινού Public στην κατηγορία Ελληνική Εφηβική Λογοτεχνία
Στη Βραχεία Λίστα των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας Κύπρου στην κατηγορία Λογοτεχνία για Μεγάλα Παιδιά και Εφήβους
Βρείτε το στο σάιτ των εκδόσεων Ψυχογιός:
https://www.psichogios.gr/el/ston-dromo-gia-to-spiti.html#additional
Ένα κορίτσι σ’ ένα νησί. Το νησί είναι περιτριγυρισμένο από γαλάζιες ακτές και χρυσαφένιες παραλίες∙ όμως το κορίτσι δε γίνεται να πλατσουρίσει σε όλες τις θάλασσές του ούτε να παίξει σε κάθε του αμμουδιά. Γιατί κάποιο καλοκαίρι τα νερά του νησιού ξέβρασαν καράβια εχθρικά, κι από τότε η ζωή των κατοίκων του γκρεμίστηκε σαν χωμάτινο κάστρο στο κύμα.
Το κορίτσι θα μάθει από νωρίς στη ζωή του τι σημαίνουν οι λέξεις προσφυγιά, οδοφράγματα, εγκλωβισμένοι, αγνοούμενοι, συρματοπλέγματα, κατοχή. Λέξεις που ακούει συχνά στην τηλεόραση, μαθαίνει καθημερινά στο σχολείο, μα πάνω απ’ όλα αισθάνεται στην καρδιά του βαθιά.
Το κορίτσι θα μεγαλώσει και θα γνωρίσει παιδιά που εγκατέλειψαν τη δική τους πατρίδα για να σωθούν. Ξέρει από πρώτο χέρι τι χρειάζονται τα παιδιά αυτά∙ ό,τι χρειάζεται κάθε άνθρωπος που ξαφνικά γίνεται πρόσφυγας. Ασφάλεια, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα, αποδοχή. Μέχρι να βγάλει ρίζες στο χώμα όπου βρέθηκε αναγκαστικά, μέχρι να μπορέσει μια μέρα να το νιώσει για σπίτι.

Σκέψεις πάνω στο βιβλίο μου «Στον δρόμο για το σπίτι»
Η επικαιρότητα ήταν η αφορμή για να εμπνευστώ και να γράψω το τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο «Στον δρόμο για το σπίτι». Ήταν Φλεβάρης του 2022 και οι εικόνες από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ήταν συγκλονιστικές∙ οι βομβαρδισμοί, οι καταστροφές, οι πρόσφυγες.
Πιο πολύ με επηρέασε μια φωτογραφία στο διαδίκτυο με Ουκρανούς πρόσφυγες που κρατούσαν λίγα από τα υπάρχοντά τους μέσα σε βαλίτσες και περίμεναν κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς για να φύγουν από την πατρίδα τους. Στο μυαλό μου ήρθε αυτομάτως η εικόνα των Ελληνοκυπρίων, με τις δικές τους βιαστικά φτιαγμένες βαλίτσες, στον δρόμο της προσφυγιάς κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974.
Σε συζητήσεις που άκουγα γύρω μου, διαπίστωνα πως οι εικόνες στην τηλεόραση από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είχαν ξυπνήσει σε πολλούς Ελληνοκύπριους-ειδικά ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα του 1974-έντονα συναισθήματα. Θλίψη για τα όσα είχαν βιώσει τότε, ανυπόφορη νοσταλγία για τα κατεχόμενα χωριά και τις πόλεις τους, στενοχώρια για αυτούς τους καινούριους πρόσφυγες που έβλεπαν τώρα στις ειδήσεις.
Με την καρδιά μου πλημμυρισμένη με συναισθήματα και τον νου μου γεμάτο σκέψεις βρήκα για άλλη μια φορά διέξοδο στο χαρτί. Πήρα ένα σημειωματάριο και ξεκίνησα να γράφω. Άρχισα από τις δικές μου εμπειρίες ως παιδί και εγγόνι προσφύγων της τουρκικής εισβολής. Έγραψα για το πώς ήταν η κατάσταση στην Κύπρο όταν ήμουν παιδί. Όταν το τραύμα του ’74 ήταν ιδιαίτερα νωπό, όταν η πληγή ήταν βαθιά και αιμορραγούσα.
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως η ιστορία που έγραφα έσπασε τα σύνορα της Κύπρου και πήγε να συναντήσει παιδιά από άλλες χώρες, παιδιά που χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τη δική τους πατρίδα και να αναζητήσουν καταφύγιο σε κάποια γη ξένη.
Δεν ήξερα πώς να τιτλοφορήσω το βιβλίο. Όποιον τίτλο και να σκεφτόμουν δε μου φαινόταν αρκετά καλός, αρκετά αντιπροσωπευτικός του κειμένου. Μέχρι που γράφοντας το κεφάλαιο «Στον δρόμο για το σπίτι», ένιωσα πως, εκτός από τίτλος του συγκεκριμένου κεφαλαίου, η φράση αυτή ήταν και ο ιδανικός τίτλος για το βιβλίο.
Φέτος το καλοκαίρι του 2024 συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την τουρκική εισβολή του 1974. Φέτος τον Ιούλη κλείνουν πενήντα χρόνια από τότε που εμείς οι Ελληνοκύπριοι δεν μπορούμε να πάρουμε τον δρόμο για το σπίτι…
Κριτικές
Ειρήνη από το @biblia_gia_ta_paidia (Instagram)
“Η προσφυγιά είναι το ίδιο πικρή σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή για τους ανθρώπους που τη βιώνουν. Το σπίτι που εγκαταλείπεται θαρρείς πως έχει ψυχή, που έρχεται να στοιχειώσει τα όνειρα των προσφύγων για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Μα ο μεγαλύτερος πόνος δεν έρχεται από τα υλικά αγαθά που χάνονται αλλά από τους ανθρώπους, από εκείνους που χάθηκαν και τους άλλους που έμειναν αγνοούμενοι.
Σήμερα σας έχω μια πολύ ξεχωριστή και συγκινητική αναγνωστική πρόταση που δεν είναι μόνο για τα παιδιά. Στα μικρά κεφάλαια του βιβλίου η συγγραφέας ενώνει θραύσματα αναμνήσεων και ανάμικτων συναισθημάτων της ηρωίδας της που μεγαλώνει ως παιδί προσφύγων της τουρκικής εισβολής στην βόρεια Κύπρο το 1974.Τα προσφυγικά καταλύματα, τα δακρυσμένα μάτια των γιαγιάδων, των γονιών, των δασκάλων, το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ.
Οι Τουρκοκύπριοι, η πράσινη γραμμή, τα κατεχόμενα, οι παιδικές απορίες, η ζωή που περνάει συγκεράζοντας την παιδική ανεμελιά και τον πόνο της μνήμης• την προσφυγιά που θαρρείς πως σκαλώνει στο γενετικό κώδικα και μεταφέρεται στις επόμενες γενιές, που δεν την έζησαν μα μεγάλωσαν μέσα σε έναν κόσμο βυθισμένο στον κοφτερό της πόνο.
Με συγκίνησε πολύ η γραφή της Άντρης Αντωνίου, η τρυφερή και συγκινητική αφήγησή της που με αυθεντική παιδικότητα μας διηγείται στιγμιότυπα από τις μνήμες της πρόσφατης ιστορίας της Μεγαλονήσου. Θα το διαβάσω ξανά στα μεγαλύτερα παιδιά μου επιλέγοντας μεγαλόφωνη ανάγνωση, για να έχουμε την ευκαιρία εμβόλιμα να συζητάμε την Ιστορία της Κύπρου που είναι ταυτόχρονα Ιστορία του ελληνισμού. Εξαιρετικό!”
Κώστας Στοφόρος (Δημοσιογράφος-Συγγραφέας)
“Διαβάζοντας το μικρό βιβλίο της Άντρης Αντωνίου “Στον δρόμο για το σπίτι”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, αντιλαμβάνεσαι τις πληγές που άφησε πίσω της η εισβολή στην Κύπρο και η συνεχιζόμενη κατοχή. Τραύματα που περνούν από γενιά σε γενιά και δυστυχώς συχνά χάνονται στη σιωπή. Πνίγονται όπως ένας λυγμός.
Λέξεις όπως αγνοούμενοι, προσφυγιά, εγκλωβισμένοι, οδοφράγματα, συρματοπλέγματα αποκτούν μια άλλη σημασία όταν οδηγούν εκεί οι μνήμες των ανθρώπων που ακόμη και σήμερα ζουν μακριά από τον τόπο τους.
Η συγγραφέας δημιούργησε ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί από μικρούς και μεγάλους. Με τρόπο λιτό και ευαίσθητο «βάζει το δάκτυλο να δει την πληγή».
Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο 25/5/24

Φυτούλα Βακανά (Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας Παιδικής Λογοτεχνίας) στο Πουά Blogaki
Αυτό το βιβλίο είναι η Αλήθεια της Άντρης Αντωνίου. Είναι όσα σκέφτεται, όσα αισθάνεται, όσα την κρατούν ξύπνια κάποια βράδια, κληρονομιά της ζωής που έζησε ως παιδί και εγγόνι προσφύγων.
Σελ. 76 «Εν είμαι σίουρη, γιαγιάες μου, γιατί γράφω τούτον το βιβλίον. Νομίζω ότι θέλω να πω πως οι εμπειρίες μιας γενιάς επηρεάζουν τζαι την επόμενην. Πως ό,τι εζήσετε εσείς τζαι οι γονιοί μας εγράφτην τζαι πάνω μας. Τζαι ό,τι εγράφτην πάνω σε εμάς εν να γραφτεί τζαι πάνω στα παιθκιά τζαι στ΄αγγόνια μας. Τζαι ακόμα πως η προσφυγιά χαράσσει ούλλους τους ανθρώπους με τον ίδιον τρόπον, σε όποιαν χώραν τζαι να γεννηθήκαν».
Η σπουδαία Άντρη Αντωνίου μας κάνει ένα πολύτιμο δώρο στην επέτειο των 50 χρόνων από την τουρκική εισβολή και την κατοχή μεγάλου μέρους του νησιού μας από τους Τούρκους. Δώρο επειδή μοιράζεται μαζί μας μνήμες από την παιδική της ηλικία στον προσφυγικό συνοικισμό και το αντίκτυπο που είχε στη ζωή της η τραγωδία της Κύπρου.
Όση ενσυναίσθηση κι αν διαθέτει κανείς, πώς μπορεί να μπει στα παπούτσια του πρόσφυγα, αυτού που βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη να τρέχει μακριά από το σπίτι του και όσα αγαπά για να σώσει τη ζωή του; Να βρίσκεται στριμωγμένος σε αντίσκηνα, χωρίς τα απαραίτητα, να στοιβάζεται στις πολυκατοικίες του συνοικισμού και να βλέπει το χωριό ή την πόλη που μεγάλωσε μόνο μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης ή στο εξώφυλλο του τετραδίου του σχολείου. «Δεν ξεχνώ» γραμμένο από κάτω. Μα πώς να ξεχάσεις όταν βίαια αποκόπηκες από τις ρίζες σου;
Σελ.50 «Οι ρίζες μας είναι ένας ολόκληρος κόσμος που διακλαδώνεται κάτω από τη γη μας. Μας βγάζει, ας πούμε, στις αυλές με τα μοσχομυριστά παρτέρια όπου παίξαμε παιδιά. Στα θρανία όπου μορφωθήκαμε. Στα ξωκλήσια όπου παντρευτήκαμε. Στα νοσοκομεία όπου γεννήσαμε τα παιδιά μας.
Μα αν η φυγή δεν είναι επιλογή; Αν είναι εξαναγκασμός; Αν η φυγή είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου; Αν στη γη σου, έξω από το σπίτι σου, το σχολείο σου, το ξωκλήσι σου υπάρχει ένα τέρας που βρυχάται; (…)
Αν το θηρίο πλησιάζει; Τι να κάνεις; Να φύγεις; Πρέπει να φύγεις. Πας να σηκώσεις το ένα σου πόδι από τη γη και κόβονται μερικές ρίζες σου. Πας να σηκώσεις και το άλλο, κόβονται περισσότερες. Ουρλιάζεις».
Σε είκοσι οχτώ σύντομα κεφάλαια η Αντωνίου σκιαγραφεί το βαρύ αποτύπωμα που άφησε η εισβολή και οι τραγικές συνέπειές της στη γενιά μας. Σε εμάς που δεν τη ζήσαμε αλλά είχαμε τη διαρκή απειλή ενός νέου πολέμου να πλανάται καθημερινά από πάνω μας. Μιας γενιάς που μεγάλωσε μαθαίνοντας καινούριες λέξεις που άφηναν μια πικρή γεύση και έναν κόμπο στο στομάχι: πρόσφυγες, αγνοούμενοι, πράσινη γραμμή, εγκλωβισμένοι, στρατός κατοχής…
Η Αντωνίου μεταφέρει με τον τρόπο που μόνο εκείνη κατέχει, την καθημερινότητα της οικογένειάς της στον συνοικισμό, όπου βρίσκονται μεν τα σώματά τους, μα η σκέψη και η ψυχή τους παραμένει στον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Ο καημός της επιστροφής τους δίνει δύναμη να συνεχίζουν και τα χείλη αρθρώνουν με κάθε ευκαιρία: «Του χρόνου στα σπίθκια μας!»
Τι συναίσθημα κι αυτό, να ζεις καρτερώντας να επιστρέψεις εκεί όπου ανήκεις… Καρτερώντας να ξαναριζώσεις…
Η Άντρη Αντωνίου κατορθώνει όχι μόνο να καλύψει ημερολογιακά γεγονότα-σταθμούς για τον κυπριακό λαό στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε μετά την τουρκική εισβολή, όπως τη δολοφονία των Ισαάκ και Σολωμού, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, την εικόνα των γυναικών, που κρατάνε αγκαλιά μια φωτογραφία και ρωτάνε: «Τον είδατε; Ξέρετε αν ζει;» αλλά με τη μαεστρία αλλά και την ευαισθησία που τη χαρακτηρίζει, ψηλαφίζει το τραύμα της οικογένειάς της, το συλλογικό τραύμα ενός ολόκληρου λαού και το αναγάγει στην οικουμενική τραγωδία του πρόσφυγα, του καταδιωγμένου, αυτού που του απαγορεύεται το αυτονόητο: να πάρει τον δρόμο για το σπίτι του. Μέσα στο βιβλίο της μιλά για την Ουκρανή μαθήτρια που είναι πρόσφυγας, για το σύνδρομο παραίτησης των προσφυγόπουλων που αναζητούν καταφύγιο στη Σουηδία και για χαμένα προσφυγόπουλα στην Κύπρο του σήμερα, κάποια χιλιόμετρα μακριά μας.
Ένα συγκινησιακά φορτισμένο βιβλίο. Οι μνήμες της Αντωνίου δεν είναι δικές μου, αλλά στιγμάτισαν τη γενιά μου, σπάραξαν τις προηγούμενες και χρειάζεται να έχουν επίγνωση αυτών και οι επόμενες. Γιατί μόνο μαθαίνοντας την ιστορία, μπορούμε να επιλέξουμε να μην την επαναλάβουμε. Γιατί οι λαοί πρέπει πάντα και υπό όλες τις συνθήκες να επιλέγουν την ειρήνη,
Σελ. 82 «Εμείς οι άνθρωποι-εμείς οι πρόσφυγες-θα κυνηγάμε το χρώμα, το φως, την αγάπη. Θα παλεύουμε για την ειρήνη και την ελευθερία. Εμείς οι άνθρωποι θα διαλέγουμε πάντα ΤΗ ΖΩΗ».
Ερωτήσεις για Άντρη:
- Ένιωθες το βιβλίο αυτό ως χρωστούμενο στις γιαγιάδες σου. Λειτούργησε σαν κάθαρση το γράψιμό του; Ή κάποια τραύματα είναι πολύ βαθιά για να επέλθει λύτρωση;
Το βιβλίο αυτό ξεκίνησε να γράφεται τον Μάρτη του 2022, όταν οι εικόνες από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ήταν επώδυνες τόσο για μένα όσο και για την οικογένειά μου. Ένα πρωί, λίγες εβδομάδες πριν, είχα ξυπνήσει έντονα φορτισμένη και, πριν πάω στη δουλειά, έγραψα στο σημειωματάριό μου μερικές σκέψεις μου για την προσφυγιά στον κόσμο γενικά. Το απόγευμα που γύρισα σπίτι ανάρτησα το κείμενο στη σελίδα μου στο facebook κάτω από μια εικόνα, η οποία έβαζε δίπλα δίπλα δύο φωτογραφίες: στη μια πλευρά τους Ελληνοκύπριους να φεύγουν κρατώντας βαλίτσες κατά τη διάρκεια της εισβολής των Τούρκων το 1974 και στην άλλη πλευρά τους Ουκρανούς να φεύγουν το 2022 κατά τη διάρκεια της εισβολής των Ρώσων στη χώρα τους. Μετά από αυτή την ανάρτηση ένιωσα μια ηρεμία και πίστεψα πως διευθέτησα το ξύπνημα του τραύματος του πρόσφυγα μέσα μου.
Όμως όχι. Όταν πέρασαν λίγες μέρες συνειδητοποίησα πως τρωγόμουν ακόμη, πως το τραύμα είχε ξυπνήσει και ήταν αρκετά βαθύ και δεν είχα άλλο τρόπο να το περιποιηθώ από το γράψιμο. Πήρα το σημειωματάριό μου και ξεκίνησα να γράφω τις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας και φυσικά μέσα σε αυτές υπήρχε έντονα η παρουσία των γιαγιάδων μου-το ψυχικό φορτίο της εισβολής πάνω τους τεράστιο.
Δεν ήξερα καν αν γράφω βιβλίο ή απλώς κάποιες σκέψεις μου για να αποφορτιστώ. Κάποια στιγμή η ιστορία όμως μετακινήθηκε πέρα από τις αναμνήσεις της τουρκικής εισβολής του 1974. Η ιστορία πέρασε στην προσφυγοποίηση χιλιάδων ανθρώπων στον πλανήτη μας ανά τα χρόνια. Στην Ολένα, την Ουκρανή πρόσφυγα που συνάντησα στο δημοτικό σχολείο που δούλευα. Στα παιδιά που εμφανίζουν ένα περίεργο σύνδρομο και λες και παραιτούνται από τη ζωή, κατά τη διάρκεια στην οποία εξετάζεται η παραχώρηση ασύλου στην οικογένειά τους από τη σουηδική κυβέρνηση. Στα έντεκα προσφυγόπουλα στο Πουρνάρα που σε διάρκεια τριών χρόνων χάθηκαν από το άσυλο που τα φιλοξενούσε και δεν κατάφεραν οι αρχές να τα βρουν.
Μόνο όταν μπόρεσα να ενώσω το κυπριακό τραύμα της προσφυγιάς του 1974 με το οικουμενικό τραύμα της προσφυγιάς άλλων ανθρώπων κάπως ησύχασα μέσα μου.
2. Θέλεις να μοιραστείς μαζί μας κάποια ιστορία\έθιμο\συνήθεια που σου αφηγούνταν οι γιαγιάδες σου για τον κατεχόμενο τόπο καταγωγής σου;
Οι διηγήσεις με τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που αντιμετώπισαν και οι δυο στη ζωή τους. Φτώχεια και μη πρόσβαση στη μόρφωση ήταν νομίζω τα δύο χαρακτηριστικά που διαμόρφωσαν τη ζωή των γιαγιάδων μου και πιστεύω μεγάλου αριθμού Κυπρίων εκείνης της εποχής, ειδικά γυναικών. Η φτώχεια γινόταν η αιτία να μην έχουν πρόσβαση στη μόρφωση και η έλλειψη μόρφωσης γινόταν η αιτία να παραμένουν σε ένα πολύ χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Είχαν και οι δυο μου γιαγιάδες πολλά παιδιά, η μια εφτά και η άλλη τέσσερα, τα οποία μεγάλωσαν με αφάνταστες στερήσεις, εμπόδια και προκλήσεις.
Πιο συγκεκριμένα όμως κάποιες διηγήσεις που μου έχουν μείνει είναι που η γιαγιά μου η Ανδριάνα ζύμωνε κάθε εβδομάδα πολλά ψωμιά, γιατί είχε εφτά παιδιά, και παρόλα αυτά έδινε ψωμιά και σε οικογένειες που είχαν ανάγκη. Και η γιαγιά μου η Μαρία που μου έλεγε πως δεν την άφησαν καθόλου να πάει σχολείο, γιατί έπρεπε να μένει σπίτι να προσέχει την μικρή αδελφή της-ενώ παιδί, απλά λίγο μεγαλύτερο, ήταν και η ίδια.
Πάντα θα αναρωτιέμαι πόσο αλλιώτικη θα ήταν η ζωή τους, αν κατάφερναν να μορφωθούν όπως τους άξιζε. Κι είναι αυτός ένας από τους λόγους που θεωρώ τη δωρεάν δημόσια παιδεία ένα σπουδαίο αγαθό και χαίρομαι που μπορώ να την υπηρετώ.
3. Στο βιβλίο μιλάς για τους πρόσφυγες του σήμερα. Θεωρείς ότι ο λαός μας, έχοντας βιώσει προσφυγιά και ο ίδιος, είναι ευασθητοποιημένος απέναντι στους «δικούς μας ξένους που φτάνουν μέχρι εδώ»;
(Από στίχο του Οδυσσέα Ιωάννου)
Θυμάμαι να μου διηγούνται οι γονείς μου πως, όταν κατέφυγαν πρόσφυγες το 1974 στις περιοχές που δεν είχαν περιέλθει σε τουρκική κατοχή, συνάντησαν δύο ειδών αντιδράσεις από τους μη πρόσφυγες Ελληνοκύπριους. Αυτούς που άνοιξαν τα σπίτια και την καρδιά τους και αυτούς που τους αντιμετώπισαν με δυσπιστία, υποτίμηση και ρατσισμό. Κάποιοι μάλιστα, όταν τάιζαν τα παιδιά τους κι εκείνα δεν ήθελαν να φάνε το φαγητό τους, έλεγαν: «Φάε το φαΐ σου, αλλιώς θα σου το φάει ο πρόσφυγας».
Πενήντα χρόνια μετά και περίπου είμαστε στα ίδια δεδομένα. Κάποιοι Ελληνοκύπριοι είναι ανοιχτόμυαλοι και πρόθυμοι να βοηθήσουν κάθε άνθρωπο που αναζητά καταφύγιο στη γη μας. Πολλοί όμως δεν μπόρεσαν ακόμα να απαλλαχθούν από το ρατσισμό και τη ξενοφοβία που θεωρώ πως μας χαρακτηρίζει έντονα ως λαό.
Και αναρωτιέμαι: τι μας κάνει να πιστεύουμε πως αύριο δε θα χρειαστεί να μπούμε κι εμείς σε μια βάρκα, δε θα αναγκαστούμε να βάλουμε ασυνόδευτα τα δικά μας παιδιά σε μια βάρκα, να φύγουν να γλιτώσουν από ένα καινούριο κακό;
Όμως, παρόλα αυτά, έχω πίστη στις νέες γενιές. Γιατί στα σχολεία κάνουμε αρκετή δουλειά για να μπορέσουν τα παιδιά να μεγαλώσουν έχοντας ανοιχτά μυαλά και ανοιχτές καρδιές. Κι επίσης οι νέες γενιές μεγαλώνουν σε μια πολυπολιτισμική πια κοινωνία και εύχομαι πως αυτό θα αποτελέσει αιτία να μη διαχωρίζουν τους ανθρώπους με βάση το χρώμα και τη θρησκεία τους.
4. Δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεσαι με ένα δύσκολο θέμα. Τι χρειάζεται να επιστρατεύσεις όταν γράφεις κάτι τέτοιο; Μήπως τα πιο ανάλαφρα, χιουμοριστικά σου βιβλία (Βλ. Τσίχλα και Κολλητός) είναι ο τρόπος σου να αποφορτίζεσαι και να κρατάς μια ισορροπία με τα δύσκολα;
Νομίζω πως δεν ακολουθώ-συνειδητά τουλάχιστον-κάποιο μοτίβο συγγραφής. Κάθε ιστορία που έχω γράψει είναι μια ιστορία που γεννήθηκε στο μυαλό μου και θέλησα να την πω. Κάθε φορά μαζί με την ιστορία γεννιέται και η φωνή της, το ύφος, ο τρόπος με τον οποίο μου φαίνεται πιο ταιριαστό να τη διηγηθώ.
Όταν καταπιάνομαι με κάποιο δύσκολο θέμα δεν νιώθω κατ’ ανάγκη μίζερα. Επειδή το να γράφω μια ιστορία, ιδιαίτερα στη φάση που έχω ξεπεράσει τις αρχικές δυσκολίες της, είναι κάτι που ανεβάζει την αδρεναλίνη μου. Με διακατέχει ένα συναίσθημα άκρατου ενθουσιασμού, όταν βλέπω να χτίζεται ένας κόσμος στο χαρτί από το πουθενά. Επίσης, με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να μελετώ το ψυχικό υπόβαθρο των χαρακτήρων μου που αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες δυσκολίες και να εμπλουτίζω τις -ερασιτεχνικές-γνώσεις μου στην ψυχολογία.
Μη φανταστείτε πως γράφω ολόχρονα-μπορεί να περάσουν δύο χρόνια και να μη γράψω τίποτα, παρόλο που τη συγγραφή τη σκέφτομαι καθημερινά. Οι μήνες όμως που είμαι βαθιά μέσα σε μια ιστορία είναι περίοδοι στη ζωή μου ιδιαίτερα παραγωγικές, περίοδοι που δεν είμαι ο συνήθως υποτονικός εαυτός μου. Περίοδοι στις οποίες είμαι θα έλεγα ο ιδανικός μου εαυτός.
Σίσσυ Τσιφλίδου (Εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και διδάκτωρ ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών) στο Elniplex
Από τη γενιά των Κυπρίων συγγραφέων της παιδικής λογοτεχνίας που έγραψε κοντά ή σχετικά κοντά στα γεγονότα έχοντας νωπά τα τραύματα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, όπως η Μαρία Πυλιώτου, η Μαρία Αβρααμίδου, η Φιλίσα Χατζηχάννα και η Κίκα Πουλχερίου, ελάχιστα βιβλία σύγχρονων Κυπρίων δημιουργών ανακαλώ που ενδεχομένως απευθύνονται στα μικρά παιδιά με το ίδιο θέμα. Και αυτό συμβαίνει και στα βιβλία για ενήλικες, τουλάχιστον αυτά που γνωρίζουμε στην Ελλάδα. Σε σημείο, μάλιστα, που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το συγγραφικό ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο θέμα είχε πλέον ατονίσει.
Διαβάζοντας πριν χρόνια το μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη Κόκκινο στην πράσινη γραμμή συλλογιζόμουν πάνω στη φράση του «Η Κύπρος είναι το δικό μας Βιετνάμ» και τις μαύρες άγνωστες σελίδες -λες και δεν έχουν τέτοια γεγονότα παρά μαύρες σελίδες, γνωστές ή άγνωστες- κάθε κειμένου που πραγματεύεται από ορισμένη οπτική γωνία το ιστορικό γεγονός που περιέχει αναπόφευκτα τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τον νόστο, τη σύσταση του συλλογικού βιώματος που φέρει τη μνήμη των συμβάντων, της μικροϊστορίας που η μεταπολεμική ιστοριογραφία τίμησε και ανέδειξε. Και πολλές φορές σκεφτόμουν ότι, αφού είναι ένα θέμα τόσο δύσκολο ακόμα και για τους ενήλικες, κάπως είναι κατανοητό γιατί οι συγγραφείς, ιδιαίτερα οι Κύπριοι, δεν γράφουν έργα για μικρά παιδιά με θέμα την τουρκική εισβολή το 1974. Αλλά και πάλι αναρωτιόμουν γιατί τα δύο πολύ καλά βιβλία του Νεκτάριου Στελλάκη (Είμαι πρόσφυγας από την Κερύνεια, 2017 και Πόσο κρατά η ελπίδα, 2021) δεν θα μπορούσαν να γραφτούν από έναν Κύπριο συγγραφέα.
Τα χρόνια περνούν και μόνο η ποιητική γραφή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη μας δίνει συγκλονιστικά δείγματα σαν την Αμμόχωστο βασιλεύουσα και το αποτύπωμα στις πρόσφατες ποιητικές του συλλογές για παιδιά όπου συμπεριλαμβάνει ποιήματα για την κατοχή και την προσφυγιά. ‘Έτσι, φτάνουμε στην επέτειο των 50 χρόνων για να πάρουμε με έκπληξη στα χέρια μας τέσσερα εξαιρετικά βιβλία από Κύπριες δημιουργούς. Έχουμε και τις 12 Μυθιστορίες της Ελένης Σβορώνου, αλλά ας επικεντρωθούμε σε ό,τι ήρθε από τη Μεγαλόνησο και αναφέρομαι στο βιβλίο της Άντρη Αντωνίου Στον δρόμο για το σπίτι μαζί με τα άλλα δύο εξαίρετα, της Άννας Κουππάνου το Όταν μας άφησε η θάλασσα και της Δέσποινας Ηρακλέους Το σπίτι μου, καθώς και το καταπληκτικό βιβλίο γνώσεων της Σάντη Αντωνίου Πόσα μέτρα είναι ο κόσμος μας; για να απαντηθεί το ερώτημα. Τίποτα δεν έχει περάσει στη λήθη, στην ιστορία του παρελθόντος, όλα είναι εδώ και μας μιλούν και μας καλούν να τα ακούσουμε, να επικοινωνήσουμε μια αλήθεια όπως αυτή κατασκευάζεται από τις γράφουσες, γιατί η αλήθεια είναι μια κατασκευή που πρωτίστως, σαν ομιλούντα υποκείμενα, μας περιέχει και συγκροτεί την ταυτότητά μας όχι μόνο την ατομική αλλά και τη συλλογική, σαν έθνος.
Ο Pierre Nora αναφέρεται στη μνήμη σαν «έννοια σταυροδρόμι» και συνδέει την επανάγνωση των μνημονικών μας ιχνών με την αφήγηση και τη λογοτεχνικότητα. Από τη στιγμή που το βίωμα λεκτικοποιείται γίνεται μια αφήγηση που εκφράζει μια προσωπική αλήθεια, αυτή του γράφοντος. Οι Κύπριες συγγραφείς, λοιπόν, μέσα από τις αφηγήσεις τους αναδεικνύονται ένας «εθνικός αφηγητής» που αναθέτει στη μνήμη να αφηγηθεί το παρελθόν με απλό και συγκινησιακό τρόπο. Η επιτυχία αυτής της αφήγησης εξαρτάται από το πόσο επιτυχημένος είναι ο διάλογος που αναπτύσσεται πρώτα ανάμεσα στην εμπειρία και τη μνήμη κι έπειτα ανάμεσα στο βιωματικό υλικό και τον χειρισμό των αφηγηματικών μέσων.
Είναι πολύ ιδιαίτερη η περίπτωση της Κύπρου, όσο κι αν θέλουμε να τη συγκρίνουμε με τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 και παρά τις πολλές ομοιότητες δεν την ταυτοποιούμε. Οι Ελληνοκύπριοι βρέθηκαν πρόσφυγες μέσα στο ίδιο το νησί τους, χιλιόμετρα ή και μέτρα πιο κάτω από τις πατρογονικές εστίες, να πατάς το χώμα του νησιού σου και να μην πατάς το χώμα του σπιτιού σου, να μη βλέπεις τα αγαπημένα σου δέντρα, η ματιά να καταγράφει εικόνες διαφορετικές κάτω από τον ίδιο ουρανό που όμως δεν είναι η κληρονομιά σου, δεν φέρουν μνήμη. Το συγκλονιστικό μπορεί να το προσλάβει ως τέτοιο ο ευαίσθητος επισκέπτης της διχοτομημένης Λευκωσίας, περνάς τον δρόμο και πλάι σου βρίσκονται τα οδοφράγματα και πάνω τους στην άκρη του τείχους με τα συρματοπλέγματα ένα τραπεζάκι καφέ και κάποιος να κάθεται εκεί και εσένα πλανιέται το βλέμμα σου με απορία: Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, τι; για ποιο λόγο στέκονται ακριβώς σε αυτή τη θέση; γιατί την επιλέγουν;
Θα σταθούμε στην ιδιαίτερη περίπτωση του κειμένου της Άντρη Αντωνίου που αποτελεί μια δευτερογενή μαρτυρία, καθώς η ίδια είναι απόγονος προσφύγων, έχει μεγαλώσει σε προσφυγικό καταυλισμό, είναι υποδοχέας και μέτοχος του μετατραυματικού στρες που έχουν προκαλέσει τα βιώματα των συγγενικών της προσώπων. Ταυτόχρονα συνιστά και πρωτογενή κατάθεση, αφού η ίδια γίνεται κοινωνός άλλων συμβάντων στον απόηχο της εισβολής, όπως ο βίαιος θάνατος του Τάσου Ισαάκ το 1996 από τους Γκρίζους λύκους, που αποδεικνύει ότι η επισφαλής κατάσταση συντηρεί ένα αναμμένο καζάνι που βράζει, καθώς οι αδιέξοδες πολιτικές δεν κατορθώνουν να δώσουν μια μόνιμη λύση στο πρόβλημα. Η δε εισροή νέων προσφύγων στην Κύπρο ή σε άλλες χώρες της Ευρώπης το ξαναφέρνει στο προσκήνιο προσδίδοντάς του έναν οικουμενικό χαρακτήρα.
Παρόλα αυτά το βιβλίο δεν φιλοδοξεί να είναι ένα βιβλίο τεκμήριο με πηγές και φωτογραφικό υλικό ούτε όμως και ένα βιβλίο μυθοπλασίας. Τα θεματικά κέντρα παραμένουν σε όλα τα μικρά κεφάλαια η προσφυγιά και η έννοια της εστίας, του σπιτιού και γύρω από αυτά αναπτύσσονται μικρότερες συναφείς εννοιολογικές ομαδοποιήσεις: σχολείο, καταυλισμός, παιχνίδι, τοπόσημα σαν τα τυρκουάζ νερά και τα περιβόλια που σηματοδοτούν κυριολεκτικές και μεταφορικές χρήσεις, όπως ακριβώς στο ιστορικό της εισβολής υπάρχει το πριν και το μετά: Το χώμα που ανθίζει, που καρποφορεί, το χώμα που σκεπάζει σκοτωμένα κορμιά αγωνιστών παρορμητικών και γενναίων.
Η αφήγηση μετουσιώνεται σε ύμνο για την αγάπη στην πατρίδα και τον γενέθλιο τόπο, όπως μας προϊδεάζει η αφιέρωσή της στην αρχή:
Στους πρόσφυγες της Κύπρου.
Στους πρόσφυγες της Γης
Ο δρόμος για το σπίτι γίνεται η αγωνία της επιστροφής, εκφράζεται με τα ξεριζωμένα δέντρα που ξεθεμελίωτα δεν μπορούν να βαδίσουν πιο πέρα, νοηματοδοτείται στην αγωνιώδη κραυγή στο κεφάλαιο «Λάρνακα -άφησα μέσα την ψυχή μου, ανοίξτε!», βρίσκει παρηγοριά στα όνειρα που φέρνουν τους αγνοούμενους να κάθονται δίπλα στην πολυθρόνα, στην ταυτοποίηση των οστών και ταράζει συθέμελα το οικοδόμημα της ακινησίας μας στα παιδιά που πέφτουν σε κώμα όταν σε ξένη χώρα νιώθουν να απειλούνται από τον κίνδυνο της απέλασης, δεν θέλουν να ξυπνήσουν παρά μόνο όταν νιώσουν ασφαλή.
Η γραφή επιτελεί αβίαστα τον σκοπό της μιας και τίποτα δεν λανθάνει, δεν υποφώσκει υπάρχει μια καθαρότητα σκέψης και συναισθήματος που εκφράζεται με τη δύναμη του λόγου. Η αφήγηση δεν εικονογραφείται, η Α.Α. εστιάζει στην ανθρώπινη κατάσταση. Εν αρχή ην ο λόγος. Και καλώς, κατά τη γνώμη μου, δεν εικονογραφήθηκε αυτό το κείμενο, θα ήταν σαν να βάζαμε μουσική συνοδεία σε έναν βυζαντινό ύμνο, θα επηρέαζε την πρόσληψη και την ευθεία επικοινωνία με κάτι πέρα από το συναίσθημα που δεν το προκαλεί. Ο λόγος λιτός, περιεκτικός, δεν πλατειάζει. Η γραφή στέρεη, καλοδουλεμένη, η δομή προσεκτικά διαρθρωμένη, διάλογοι, περιγραφές με τη δύναμη των ουσιαστικών, το μεγαλείο των ουσιαστικών, τη δυσκολία των ουσιαστικών που στέκονται από μόνα τους κυρίαρχα, με μια σημαίνουσα βαρύτητα που στερείται της ανάγκης των επιθέτων.
Όλα ντύνονται το φως μιας στέρησης και μιας αγάπης για την πατρίδα, εκείνη που άφησες, εκείνη που σε δέχτηκε, αυτή που γίνεται η νέα πατρίδα των παιδιών σου. Ένας αντιδιαστέλλων χώρος του φαντασιακού υπαρκτού, τα σώματα είναι τα σήματα μιας μνήμης.
Λίγες φορές στέκομαι στις νοητικές εικόνες ενός κειμένου και όχι τυχαία αφού αυτές που προκαλεί στο μυαλό μου το κείμενο έχουν καταπληκτική δύναμη, σε συμπαρασύρουν σαν τεράστια κύματα που κορυφώνονται και σε πετάνε σε νέες ακτές δίνοντας συγκεκριμένες εννοιολογικές αποχρώσεις στον όρο ενσυναίσθηση. Σε έναν κόσμο που μας κατακλύζει με εικόνες προσφυγιάς, μάς περιέχει.
Ο λόγος που το βρίσκω πολύ συγκινητικό είναι επειδή η συγγραφέας καταθέτει την προσωπική της αλήθεια. Στα βιβλία της η Αντωνίου έχει καταπιαστεί με δύσκολα θέματα, όπως η παιδική κακοποίηση και έχει αποδείξει ότι τα προσεγγίζει με γνώση, ευαισθησία και παιδαγωγικό τρόπο.
Μου αρέσει επειδή είναι ένα βιβλίο που ένα παιδί μπορεί να το διαβάσει χωρίς να κάνει ταυτίσεις, μεταθέσεις με διδακτικούς σκοπούς του τύπου: να εκτιμάς αυτά που έχεις σήμερα, τους γονείς σου, το σπίτι σου κτλ.
Τα παιδιά στο σχολείο σπάνια φτάνουν στην εισβολή στην Κύπρο, αν δεν τύχει ένας ευαισθητοποιημένος δάσκαλος να μιλήσει, να διαβάσουν, να συζητήσουν, όλα περνούν απαρατήρητα. Πού και πού σε καμιά γιορτή του Πολυτεχνείου μπορεί κανείς να σταθεί σε αναφορές στην Κύπρο σαν το συγκλονιστικό τέλος της επτάχρονης δικτατορίας και το ξεμπρόστιασμα της ψευτιάς της.
Η Αντωνίου προσεγγίζει βιωματικά το θέμα της εισβολής φιλτραρισμένο με τη ματιά του παιδιού που γεννιέται στους προσφυγικούς καταυλισμούς, με σεβασμό, με διακριτικότητα και με την πρέπουσα γνώση. Το βιβλίο κάνει μια διαδρομή για να καταλήξει όχι σε ένα ευτυχισμένο τέλος αλλά στη διατύπωση μιας βαθύτερης αισιόδοξης οπτικής, έτσι όπως τα ουσιαστικά πρόσφυγας και άνθρωπος ταυτίζονται και συμπορεύονται, δεν αντιδιαστέλλονται:
«Όμως –όπως και να ΄χει, ακόμα και με πολέμους και σφαίρες και επώδυνες λέξεις- εμείς οι άνθρωποι, εμείς οι πρόσφυγες, θα συνεχίζουμε. Θα κάνουμε όνειρα και θα τα κυνηγάμε μέχρι να γίνουν η καθημερινότητά μας. Θα ξεκινάμε από το μηδέν και θα φτάνουμε στο δέκα, στο εκατό, στο χίλια. […]
Εμείς οι άνθρωποι –εμείς οι πρόσφυγες- θα κυνηγάμε το χρώμα, το φως, την αγάπη. Θα παλεύουμε για την ειρήνη και την ελευθερία. Εμείς οι άνθρωποι θα διαλέγουμε πάντα ΤΗ ΖΩΗ».
Μαρίζα Ντεκάστρο-Ο αναγνώστης
“Η Άντρη Αντωνίου Στον δρόμο για το σπίτι επιλέγει το σπίτι, την ασφαλή εστία, ως θεμέλιο και καταφύγιο συναισθημάτων, αναμνήσεων και ονείρων. Για τη συγγραφέα, το ακατανόητο συμβάν, η προσωρινότητα που κρατάει ήδη 50 χρόνια, η απότομη διακοπή της παιδικής ηλικίας της, οι αγωνίες και οι σκέψεις της ωριμότητας συγκρότησαν σύντομες και πονετικές ‘καταγραφές’ για όσα άφησε/αν πίσω.
Τις σκέψεις συμπυκνώνει η προτελευταία καταγραφή, Η αλήθκεια μου, σε κυπριακή διάλεκτο. Είναι ο διάλογος μεταξύ της πεθαμένης γιαγιάς και της αφηγήτριας: «…Τζαι ό,τι εγράφτην πάνω σ’ εμάς εν να γραφτεί τζαι πάνω στα παιθκιά τζαι στ’ αγγόνια μας. Τζαι ακόμα πως η προσφυγιά χαράσσει ούλους τους αθρώπους με τον ίδιον τρόπον, σε όποιαν χώραν να γεννήθηκαν.»”
Αργυρώ Πιπίνη-Εφημερίδα των Συντακτών
“Πενήντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, μια συγγραφέας που γεννήθηκε κάποια χρόνια αργότερα, υιοθετεί έναν πρωτότυπο τρόπο να μιλήσει για αυτή αλλά και για την προσφυγιά γενικότερα. Με ευφάνταστους τίτλους κεφαλαίων γράφει για όσα άκουσε από τους πρόσφυγες συγγενείς της, από τους δασκάλους της, για όσα σκέφτεται, για όσα λέει η ίδια στους μαθητές της. Γίνεται η ίδια ηρωίδα ενός τραύματος που δεν το έζησε αλλά την επηρέασε βαθιά και καθοριστικά-είναι σαν να διαβάζουμε ένα ημερολόγιο με τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Ένα βιβλίο συγκινητικό και καθηλωτικό”.
Κατερίνα Ζαμαρία-Εφημερίδα Αυγή
“Η αφήγηση της Αντωνίου ξεκινά in medias res, αποτυπώνοντας τη ζωή στους προσφυγικούς συνοικισμούς. Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με εναλλαγή πρώτου ενικού και πληθυντικού προσώπου, μέσα από το βλέμμα ενός παιδιού, θα μεταφέρει στιγμιότυπα από εκείνα που βίωσε ή άκουσε να αφηγούνται. Χωρίς μελοδραματισμούς και αφορισμούς, σε είκοσι οκτώ μικρής έκτασης κεφάλαια, αξιοποιεί έντεχνα το συναίσθημα για να αφηγηθεί, εξ ορισμού, δραματικά γεγονότα. Το κορίτσι θα μεγαλώσει και θα γνωρίσει άλλα παιδιά, που κι εκείνα εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. Διευρύνοντας έτσι την οπτική της αφήγησης, θα αναδείξει την ουσία της ιστορίας της. Μοιρασμένες πατρίδες. Προσφυγιά. Ξενιτεμός. Και μετά; “Μακάρι να έπαυαν οι πόλεμοι. Όμως, ακόμα και με πολέμους, εμείς οι άνθρωποι, εμείς οι πρόσφυγες, θα απλώνουμε το χέρι μας σε όσους οι πόλεμοι και τα παράλογα μίση έριξαν κάτω”. Μέχρις ότου η διαδρομή οδηγήσει “Στο δρόμο για το σπίτι”.
Ο Ιβάν και η Ολένα, στο βιβλίο της Αντωνίου, θα γίνουν οι φωνή για τα σημερινά ασυνόδευτα προσφυγόπουλα. Ο Ιβάν, που πάσχει από το «σύνδρομα παραίτησης», βυθισμένος σε ένα διαρκή ανεξήγητο ύπνο ( μία διαταραχή που επηρεάζει αποκλειστικά τα παιδιά οικογενειών που ζητούν άσυλο, που έχουν ζήσει αλλεπάλληλες ταλαιπωρίες μετανάστευσης, σύμφωνα με τους επιστήμονες). Περίεργο; Καθόλου. «Τα παιδιά ξυπνάνε όταν νιώθουν ασφαλή». Γιατί, κάποια, δεν μπορούν να διακρίνουν το χρώμα στην καινούργια τους ζωή. Όπως η Ολένα που «τα μάτια της έφεραν μαζί τους το γκρίζο της βομβαρδισμένης Ουκρανίας».
«Εν είμαι σίουρη, γιαγιάες μου, γιατί γράφω τούτον το βιβλίον. Νομίζω ότι θέλω να πω πως οι ιστορίες μιας γενιάς επηρεάζουν τζαι την επόμενην. Ό, τι εζήσατε εσείς εγράφτην τζαι πάνω μας και εν να γραφτεί πάνω στα παιθκιά τζαι στ΄αγγόνια μας» γράφει η Αντωνίου.
Αυτό κάνει, όμως, η Λογοτεχνία. Εξοικειώνει τα παιδιά με την ανθρώπινη πλευρά της Ιστορίας, οδηγεί σε «ατομικές αναγνώσεις» εισάγοντας τα παιδιά στο ρεαλιστικό κόσμο της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και στην ανθρώπινη πλευρά της Ιστορίας. Μιλά για τους «μικρούς» καθημερινούς ήρωες, που καλούνται να ζήσουν με τις αναμνήσεις, την απώλεια, τον πόνο και την ελπίδα, συχνά μακριά από τον τόπο τους. Γιατί η προσφυγιά χαράζει με τον ίδιο τρόπο όλους τους ανθρώπους, όπου κι αν γεννήθηκαν.”
Χρυσάνθη Τσιαμπαλή-Literature
“Χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα για να μετατραπεί το επώδυνο προσωπικό βίωμα σε τέχνη. Το συναίσθημα, που εκ των πραγμάτων σε αυτή την περίπτωση κατακλύζει τον δημιουργό, απαιτεί ντελικάτη, πολύ προσεχτική διαχείριση. Βίωμα και συναίσθημα χρειάζεται να οδεύουν χέρι χέρι με την αποστασιοποίηση· μια χρυσή ισορροπία απαιτείται, ώστε να μην παρασύρουν τον/την συγγραφέα σε φλύαρες μελοδραματικές αναπαραστάσεις και τυποποιημένες απεικονίσεις γεγονότων. Η Άντρη Αντωνίου με το Στον δρόμο για το σπίτι, εκδόσεις Ψυχογιός, (ένα βιβλίο για παιδιά Γυμνασίου και πάνω) αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη μεγάλη λογοτεχνική επιδεξιότητά της.
Το βιβλίο αφορμάται από την εισβολή των Τούρκων το 1974 στην Κύπρο. Η συγγραφέας είναι παιδί και εγγόνι προσφύγων – Κυπρίων που εκδιώχθηκαν από τα κατεχόμενα εδάφη – μεγαλωμένη, όπως διαβάζουμε, σε έναν από τους προσφυγικούς συνοικισμούς που δημιουργήθηκαν για να στεγάσουν τους Κύπριους.
Το βιβλίο της δεν είναι μια τυπική ιστορία μυθοπλασίας, η οποία συνδυάζει ιστορικά στοιχεία και γεγονότα. Στα μικρά κεφάλαια που το απαρτίζουν η συγγραφέας μάς αφηγείται βιώματα των προσφύγων. Εκμεταλλεύεται όλες τις ιδιότητές της – της εγγονής, της κόρης, του παιδιού της τρίτης γενιάς (γεννημένου μετά την εισβολή) που βιώνει τις συνέπειες ζώντας στον προσφυγικό συνοικισμό, αλλά ταυτόχρονα έχει κάποια απόσταση από τα γεγονότα – για να παρουσιάσει τις ζωές, τις σκέψεις, τα συναισθήματα τα δικά της και των άλλων, αποτυπώνοντας έτσι άλλοτε λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, των φαινομενικά ανάλαφρων, αλλά γεμάτων οδυνηρές απορίες παιδικών χρόνων και άλλοτε καίριων ή και τραγικών γεγονότων.
Καμιά απολύτως από τις αφηγήσεις της σε αυτά τα μικρά κεφάλαια δεν είναι περιττή ή τυχαία. Όλες μαζί, ο ξεριζωμός, η αδικία, ο θάνατος, η νοσταλγία, τα παιδικά παιχνίδια και το σχολείο, το παιδικό της όνειρο να γίνει συγγραφέας, απλές έννοιες και εικόνες της καθημερινότητας που αποκτούν μετά την εισβολή ξαφνικά διττό χαρακτήρα, συνθέτουν το αφηγηματικό παζλ των συνεπειών της εισβολής, το οποίο απογειώνεται από τη χρήση της γλώσσας, καθώς αυτή «στρεβλώνει» την πραγματικότητα, τον ρεαλισμό των ενθυμήσεων και των γεγονότων, για να τα ισχυροποιήσει ακόμη περισσότερο, μετατρέποντας τα σε υψηλή λογοτεχνία.
Οι αμφισημίες, οι αντιθέσεις, οι υπαινιγμοί, οι μεταφορές, οι εντάσεις, οι συνειρμικές διασυνδέσεις ασύνδετων φαινομενικά γεγονότων, τις οποίες συναντάμε σε όλα τα κεφάλαια και ενδεικτικά στα εκπληκτικά Χώμα στο χώμα, Ρίζες, Οι γκρίζοι λύκοι αλυχτούν πάνω από τα νεκρά αρνιά, φωτίζουν μοναδικά τις ψυχικές διεργασίες των προσφύγων και μετατρέπουν σε οικεία για το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό μακρινά ιστορικά γεγονότα και ξένα συναισθήματα.
Στο εμβληματικό δε κεφάλαιο Η μελωδία των οστών, η Αντωνίου εκφράζει στο έπακρο την οδύνη της απώλειας των αγνοούμενων παλικαριών της Κύπρου, μέσα σε δυο σελίδες, όπου η λυρικότητα συναντά την παραδοξότητα του ονείρου, χτίζοντας μια σπαραχτική πραγματικότητα, ξέχειλη από αγάπη και ωθώντας στα ύψη τη συναισθητική φόρτιση μέσα από μια καθαρή λογοτεχνική εμπειρία.
Ωστόσο, το συγκλονιστικό επίτευγμα της Αντωνίου δεν σταματά στο ότι καταφέρνει να αναδείξει με περισσή τέχνη το συλλογικό τραύμα των Κυπρίων προσφύγων της τουρκικής εισβολής, αλλά επεκτείνεται στο ότι καταφέρνει να το συγκεράσει με το τραύμα των προσφύγων του κόσμου όλου, το οποίο σταλιά δεν διαφέρει, όποιοι και αν είναι οι άνθρωποι, όποια και αν είναι η χώρα καταγωγής τους.
Μέσα από κεφάλαια όπως το Έντεκα, Τι ονειρεύεται ο Ιβάν, Το ταξίδι της Ολένα, η Αντωνίου περνά με άνεση και με απαράμιλλη ευαισθησία και ενσυναίσθηση από το ατομικό στο οικουμενικό, από το τότε στο τώρα. Έτσι και αλλιώς από τα πρώτα κεφάλαια η αφήγησή της κινείται με ευκολία από τη μνήμη της παιδικής της ηλικίας στο σήμερα και επιστρέφει με την ίδια άνεση στο παρελθόν, κάνοντας τον χρόνο να μοιάζει ενιαίος. Η αναφορά στους σημερινούς πρόσφυγες επιτείνει την αίσθηση αυτού του ενιαίου, μη διαιρεμένου σε παρελθόν, παρόν, μέλλον, χρόνου. Η συνεχής επανάληψη της ιστορίας, μοιάζει να απαλείφει κατά κάποιο τρόπο τον ιστορικό χρόνο των γεγονότων της μνήμης της – πρόσφυγες «γεννιούνται» συνεχώς. Και οι συνέπειες επαναλαμβάνονται αέναα.
Παρά το συναισθηματικό φορτίο που κουβαλούν οι αφηγήσεις της Αντωνίου, πουθενά σε αυτό το βιβλίο δεν θα βρει κανείς ψήγματα εχθρότητας για τους Τουρκοκυπρίους· Η Εμινέ δεν ήταν δράκος που ξερνούσε φωτιά και αυτό η συγγραφέας το κάνει ξεκάθαρο στο αντίστοιχο κεφάλαιο, όπου πάλι με ευαισθησία προσεγγίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις των ντόπιων, διαχωρίζοντάς τες έμμεσα από τις σκοπιμότητες των ηγετών.
Στο συγκινητικό κεφάλαιο Η αλήθκειά μου, στο οποίο συνομιλεί στην κυπριακή διάλεκτο με τη γιαγιά της, που δεν ζει πια, και προσπαθεί να εντοπίσει τους λόγους για τους οποίους έγραψε αυτό το βιβλίο, εκείνη της λέει: «Είπες την αλήθκεια σου, κόρη μου, τζαι τούτον ένι που μετρά». Και πράγματι, η Αντωνίου, η ενήλικη συγγραφέας «με την προσφυγιά γραμμένη στη ψυχή της», «το κορίτσι του συνοικισμού», «το παιδί και το εγγόνι προσφύγων», ανθρώπων «χωρίς οικονομική άνεση» και «ευκαιρία να μορφωθούν» όπως θα ήθελαν, είπε την «αλήθεια της» και τα κατάφερε και με το παραπάνω. Τα κατάφερε για τον εαυτό της, για τις γιαγιάδες της και για όλους τους πρόσφυγες της Γης, που δεν έχουν τη δική της ικανότητα να διηγούνται ιστορίες και να μιλούν για τις αδικίες του κόσμου.
Το Στον δρόμο για το σπίτι με τον ήσυχο εσωτερικό ρυθμό του καταγράφει με ένταση τον πόνο της πληγής του βίαιου ξεριζωμού, του άδικου θανάτου, της υφαρπαγής του τόπου και της ζωής των ανθρώπων. Είναι ένα βιβλίο βαθιά συγκινητικό και ταυτόχρονα βαθιά παροτρυντικό και εμψυχωτικό για τα παιδιά πρόσφυγες, για όλους τους πρόσφυγες, για όλους τους ανθρώπους – αφού φωτίζει την πίστη στη ζωή, όσο δύσκολα και αν έρθουν τα πράγματα – και επιπλέον, είναι ένα βιβλίο βαθιάς ενσυναίσθησης, που αξίζει να υπάρχει σε όλες τις βιβλιοθήκες, να διαβαστεί από μεγάλα παιδιά και ενήλικες”.